Κώστας Καρακίτσος
Κεντρική σελίδα ] Επάνω ] Χαράλαμπος Γαμβρέλης ] [ Κώστας Καρακίτσος ] Γιάννης Κουκιάς ] Αργύρης Μπακιρτζής ] Γιώργος Μπότσιος ] Θεόδωρος  Παπαδόπουλος ] Νίκος Ρουδομέτωφ ] Δημοσθένης Σωτηρούδης ] Κοσμάς Χαρπαντίδης ]

 

Κώστας Καρακίτσος*

 

 

 O Κ. Καρακίτσος με τον μικρότερο αδελφό του

 

 

TO ΨΑΡΕΜΑ

 

Αποβραδίς συνεννοηθήκαμε. Θα πάμε για ψάρεμα αύριο χαράματα; Εγώ μες στη καλή χαρά. Τα ψαρέματα τα περίμενα πώς και πώς. Ήμουν μικρός 9-10 χρονών και πάντα σε κίνηση. Τον βοηθούσα. Κουβαλούσα το ψάθινο καλαθάκι με τις πετονιές, ταγκίστρια και τα δολώματα. Φακός, σουγιάς και πανιά για να ξεπλένουμε τα χέρια μας και τσακμακόπετρες. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί τις σέρναμε αυτές πάντα μαζί μας.

Το ψάρεμα ήταν μια απόλαυση. Όχι όμως μόνο το ψάρεμα αλλά και η διαδρομή, το ταξίδι. Νωρίς νωρίς γύρω στις 4 ξυπνούσαμε. Καφέ ο μπαμπάς, γάλα για το παιδί και ψωμί με βούτυρο για να έχει δυνάμεις. Τα τσιμπράγκαλα από νωρίς έτοιμα. Φεύγαμε νύχτα από το σπίτι.

Κάτω από τα πευκάκια στο δρόμο αραχτοί και ωτοστόπ σε φορτηγά που κάναν αμμοληψίες από την Καρβάλη.

Είχε πολλούς φίλους. Πάντα το πρώτο φορτηγό που εμφανιζόταν στο βάθος του δρόμου σταματούσε να μας πάρει.

-Γεια σου Στρατή! Ψαρεματάκι o μικρός ε;

Η απάντηση του μπαμπά ήταν ανάλογη, στο φιλικό ύψος του πρωινού ξυπνήματος. Γέλια και ανεβασιά στην καμπίνα του οδηγού.

Πρώτη μούρη ο Κωστάκης, μεγάλο παρμπρίζ, τιμόνι επίσης μεγάλο, φώτα και φωτάκια και μεγάλη άνεση. Ήταν τέλεια, όπως και η διαδρομή. Λίγα αμάξια υπήρχανε εκείνη την εποχή και πάντα εμείς οι μικροί τα χαζεύαμε. Φυσικά οι βόλτες με αυτοκίνητο ήτανε σπάνιες. Να! Καμιά βόλτα με την κούρσα του θείου από την Ελβετία όταν ερχόταν διακοπές - και τα λεωφορεία. Μεγάλα κι αυτά με την μηχανή μέσα, δίπλα στον οδηγό, καλυμμένη με μαλακό ραμποτέ δερματίνης. Ή εκεί πάνω καθόμασταν ή στην πρώτη θέση. Αριστερά ο οδηγός, δεξιά εγώ αν προλάβαινα και δεν καθόταν κανένας άλλος, συνήθως μεγάλος που είχε γνωριμία με τον οδηγό.

Φτάναμε τελικά παραλία κάπου στα σκουπίδια, και από κει άρχιζε ο ποδαρόδρομος. Ξεκινούσαμε όταν φώτιζε αχνά γύρω στις 5 το πρωί. Ξεπατωνόμουν στο περπάτημα. Κάποτε φτάναμε στα νταλιάνια της Βάσοβας ή στο Κουμπουρνού.
Φίλοι κι εδώ:

-Καλώς τον Στρατή με τον γιο του τον Κωστή, λέγανε, και να τα γέλια και να τα δωράκια. Ο μπαμπάς τούς χάριζε λάδι και τσίπουρο από τον θείο από την Κάρυανη. Αυτοί μας δίνανε όταν φεύγαμε καβούρια -  ο μπαμπάς δεν ήθελε να του προσφέρουν ψάρια γιατί προτιμούσε να τα πιάνει ο ίδιος.

Μέναμε μια μέρα ολόκληρη. Εγώ ψάρευα μέσα στο νταλιάνι και τα ψάρια τα έπιανα δυο δυο. Πολλά ψάρια - μόλις έριχνα την πετονιά τικ-τουκ- χλαπ και να τα ψαράκια!

 Ήταν μια αποβάθρα που στα τοιχώματά της υπήρχαν δεμένα κοφίνια με μύδια. Το νερό έφτανε μέχρι 10 πόντους πριν το χείλος του κοφινιού.
Εκεί μέσα έριχνα τα ψάρια που έπιανα μέχρι να τιγκάρει το κοφίνι. Μετά τα άφηνα ελεύθερα. Τρώγαμε το μεσημέρι - όλοι στο τραπέζι ήταν μεγάλοι και φωνακλάδες. Γελούσαν, χτυπούσαν τα πόδια και γενικά κάνανε πολύ φασαρία. Όταν όμως αρχίζανε τις ιστορίες με τα περίεργα ταξίδια τους με τα καΐκια και τις νύχτες με φουρτούνα, τότε όλοι ησύχαζαν και μιλούσαν με σειρά ένας ένας. Μ άρεσαν αυτές οι στιγμές γιατί μάθαινα από τις ιστορίες τους και ήταν για μένα σημαντικές.

Αργότερα το βράδυ ο μπαμπάς ψάρευε και εγώ κοιμόμουν δίπλα, σε κουβέρτες που του δίνανε οι ψαράδες.
Ξαπλωμένος δίπλα στο φαναράκι κοιτούσα τ άστρα, πού και πού μιλούσαμε και σιγά σιγά βάραιναν τα βλέφαρα και κλείναν με την βραδινή αύρα, ενώ το σιγοψυθίρισμα της θάλασσας διηγιόταν παραμύθια με πειρατές και τέρατα, με στόλους αρχαίους και γοργόνες. Κάπου κάπου ξυπνούσα, έψαχνα τον μπαμπά και τον έβλεπα να δολώνει και να πετάει τη πετονιά στη θάλασσα κάνοντας ένα συνεχές ζιζιζζζζζ μέχρι να την αφήσει ελεύθερη. Άκουγε το πλιτς το μακρινό του μολυβιού και ήταν έτοιμος για το μεγάλο ψάρι, το ψάρι που θα ευχαριστιόταν.
Ήσυχος εγώ, γυρνούσα πλευρό μέχρι το οριστικό ξύπνημα.
-Κώστα! Ξύπνα! Φεύγουμε

Ήταν πια η ώρα του γυρισμού. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που είχαμε πάει, επιστρέφαμε. Αντί για λάδι και τσίπουρο τώρα είχαμε καβούρια, το δώρο των ψαράδων και ψάρια που είχε πιάσει ο μπαμπάς.

Μουρμούρες ψάρευε ο Στρατής.

 
Στο εργαστήρι
 

* Ο Κώστας Καρακίτσος είναι κεραμίστας